ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ


Βιογραφικά στοιχεία
   Ο Διονύσιος Σολωμός γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1798. Η μακρινή καταγωγή του έχει τις ρίζες της στη Βενετία και στην Κρήτη, απ’ όπου έφυγε μετά την κατάληψή της από τους Τούρκους με προορισμό την Πελοπόννησο, ο πρόγονός του Ιωάννης Αρσένιος Σολωμός. Στα τέλη του 17ου – αρχές του 18ου αιώνα βρίσκουμε την οικογένεια Σολωμού εγκατεστημένη στα Επτάνησα. Εκεί ο κόμης Νικόλαος Σολωμός (60 χρονών)απέκτησε εκτός από τα  νόμιμα παιδιά του και δύο εξώγαμα ,με την υπηρέτριά του Αγγελική Νίκλη (16 χρονών), τον Διονύσιο και λίγο αργότερα τον Δημήτριο.  Ο κόμης, πλούσιος άρχοντας που η Βενετία του είχε παραχωρήσει το μονοπώλιο του ταμπάκου, πριν τον θάνατό του φρόντισε να αποκαταστήσει τόσο τα εξώγαμα παιδιά του όσο και την μητέρα τους. Έτσι ο Διονύσιος έλαβε από μικρός αξιόλογη μόρφωση που τον επηρέασε ιδιαίτερα. Πρώτος δάσκαλός του υπήρξε ο Ιταλός ιερωμένος  Don Santo Rossi που ήταν εξόριστος από την πατρίδα του εξαιτίας των φιλελεύθερων ιδεών του. Αυτές τις ιδέες αλλά και την βαθιά θρησκευτικότητά του μετέδωσε στον μικρό Διονύσιο. Δέκα ετών, με συνοδεία του δασκάλου του, πηγαίνει στην Ιταλία για σπουδές και αρχικά φοιτά στο Λύκειο της Κρεμόνας. Συνεχίζει τη φοίτησή του στο Παν/μιο της Παβίας όπου σπουδάζει νομικά. Κατά τη διάρκεια της δεκάχρονης παραμονής του στην Ιταλία, αποκτά πλούσια κλασική και σύγχρονη μόρφωση, έρχεται σε επαφή με σπουδαίους ανθρώπους των γραμμάτων και δέχεται τις επιρροές  τόσο του ευρωπαϊκού ρομαντισμού, που αυτά τα χρόνια κάνει θριαμβευτική την εμφάνισή του, όσο και των φιλελεύθερων ιδεών του Διαφωτισμού που αναπτύσσονται στην γειτονική χώρα. Ταυτόχρονα, γράφει τα πρώτα ποιήματά του, κυρίως θρησκευτικού περιεχομένου, στην ιταλική γλώσσα. Παρά το γεγονός πως αυτά τα πρώτα δείγματα δεν αποτελούν κάτι εξαιρετικό, είναι γραμμένα με τεχνική τελειότητα.
   Τον Αύγουστο του 1918, ο εικοσάχρονος Διονύσιος επιστρέφει στη Ζάκυνθο, όπου έχουν συντελεστεί μεγάλες αλλαγές. Τα Ιόνια νησιά έχουν αποκηρύξει την ενετοκρατία και αποτελούν το Ηνωμένο κράτος των Ιονίων Νήσων υπό την προστασία των Άγγλων. Εκεί, έχοντας οικονομική ανεξαρτησία, αφοσιώνεται πλήρως στην ποίηση και γράφει, εκτός από ιταλικά, τα ‘πρώτα απλοελληνικά γυμνάσματα’ όπως ο ίδιος τα αποκαλεί, τα πρώτα ελληνικά λυρικά ποιήματά του με σαφείς επιδράσεις από την αρκαδική ποίηση. Έρχεται σ’ επαφή με τον Σπυρ. Τρικούπη, ο οποίος αναλαμβάνει το ρόλο του δασκάλου του στη νεοελληνική γλώσσα και τον προτρέπει να ασχοληθεί με την ελληνική ποίηση: ‘Η Ελλάδα περιμένει το Δάντη της’ του είχε πει χαρακτηριστικά. Πράγματι, ο ίδιος μελετάει τα δημοτικά τραγούδια, τον ‘Ερωτόκριτο’ του Β. Κορνάρου, τα ποιήματα του Βηλαρά και του Χριστόπουλου και αφουγκράζεται τη γλώσσα του λαού ακόμη και μέσα από τις ζακυνθινές καντάδες. Στην όλη επιδίωξή του βοηθάει και η θεωρητική του εκπαίδευση προσανατολισμένη προς τα διδάγματα του ρομαντισμού για τη λαϊκή δημιουργία. Παράλληλα, αυτήν την περίοδο, η Επανάσταση του ΄21 τον συγκλονίζει, ενισχύει τον φιλελεύθερο προσανατολισμό του και έτσι διαμορφώνονται οι δύο παράγοντες που συνιστούν τους όρους της ποιητικής δημιουργίας αλλά και ολόκληρης της ζωής του: η ελληνική γλώσσα και η ανάγκη για ελευθερία. Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες, συγγράφει στην καθομιλουμένη προσπαθώντας να εκφράσει τα οράματα του αγωνιζομένου Γένους . Τα ποιήματα αυτά αποτελούν τα πρώτα σπουδαία δείγματα της ικανότητάς του, με κορυφαία στιγμή αυτή του Μάη του 1823,όταν μέσα σ’ ένα μήνα γράφει τον ‘Ύμνο εις την Ελευθερίαν’ που δημοσιεύεται αμέσως και τον καθιερώνει ως ποιητική αξία.
   Το 1828, το ανήσυχο πνεύμα του τον οδηγεί στην Κέρκυρα, την πρωτεύουσα των Ιονίων Νήσων, με αξιόλογη πνευματική κίνηση. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο νησί, μελετά ευρωπαϊκή, κυρίως γερμανική φιλοσοφία και ποίηση, περνά την ώριμη φάση της δημιουργικότητάς του και γράφει τα πιο σημαντικά έργα του. Η προσωπική του ζωή όμως δεν θα είναι τόσο ευχάριστη για πολύ καιρό: εμπλέκεται σε μια δικαστική διαμάχη με τον ετεροθαλή αδερφό του η οποία κρατά πέντε χρόνια και τον οδηγεί σε ρήξη ακόμη και με τη μητέρα του που καθώς φαίνεται υποστήριζε τον αδερφό του. Η προσωπική του ηρεμία ανατρέπεται, αποκτά μια δυσθυμία και μια τάση για απομόνωση. Το φθινόπωρο του 1851, παθαίνει το πρώτο εγκεφαλικό επεισόδιο και ακολουθούν άλλα δύο. Ο ποιητής απομονώνεται, δεν ολοκληρώνει καμία ποιητική του σύνθεση, γίνεται ιδιότροπος και μελετά σχεδόν αποκλειστικά θρησκευτικά κείμενα, την Αγία Γραφή και τους ορθόδοξους πατέρες και υμνογράφους. Στις 21 Φεβρουαρίου 1857 πεθαίνει και ορίζεται από την πολιτεία δημόσιο πένθος. Το 1865 το λείψανό του μεταφέρθηκε και ενταφιάστηκε στη Ζάκυνθο και την ίδια χρονιά οι δύο πρώτες στροφές του, ήδη μελοποιημένου από τον φίλο του ποιητή Ν. Μάντζαρο, ‘Ύμνου προς την Ελευθερίαν’, καθιερώνονται ως ο εθνικός ύμνος του Ελληνικού κράτους.

Το έργο του Διονύσιου Σολωμού

   Ο Διονύσιος Σολωμός, κατά τη διάρκεια των ετών που καλύπτουν την περίοδο αμέσως μετά την επιστροφή του από την Ιταλία στην Ζάκυνθο, γράφει τα πρώτα ελληνικά ποιήματά του. ‘Η Αγνώριστη’, ‘Η Ξανθούλα’, ‘Η τρελή Μάνα’ και τα υπόλοιπα αυτής της περιόδου είναι ποιήματα λυρικά,  ρομαντικά  και ακολουθούν την παράδοση της αρκαδικής ποίησης που βασίζεται στην ελληνική και ρωμαϊκή βουκολική ποίηση. Ήδη οι πρώτες αυτές συνθέσεις φανερώνουν μία προικισμένη ποιητική φύση. Τα πρώτα αυτά ποιήματα, είναι γραμμένα σε μικρούς ευλύγιστους στίχους, ενώ σποραδικά δοκιμάζει και ένα πλησίασμα στον λαϊκό δεκαπεντασύλλαβο στίχο.
   Περισσότερο ώριμη και δημιουργική είναι η περίοδος που καλύπτει τη δεκαετία από το 1823 έως το 1833. Η αυθόρμητη έμπνευση παραχωρεί τη θέση της στην επιμελή έως βασανιστική επεξεργασία του στίχου. Ο Σολωμός προχωρά ολοένα προς την κατάκτηση του γλωσσικού οργάνου από τη μια και της λυρικής έκφρασης από την άλλη. Ο ‘΄Υμνος εις την Ελευθερίαν’, που τον γράφει σε ηλικία μόλις 25 ετών,  ‘Η καταστροφή των Ψαρών’, η ανολοκλήρωτη σύνθεση του ‘Λάμπρου’, το πρώτο σχεδίασμα των ‘Ελεύθερων Πολιορκημένων’, ανήκουν σ’ αυτήν την περίοδο. Η ποίησή του σαφώς επηρεασμένη από την ελληνική επανάσταση, αποκτά έντονα επικό και δραματικό τόνο. Ο ‘Ύμνος’  του είχε εξαιρετική απήχηση, μεταφράστηκε σε πολλές ξένες γλώσσες και ενίσχυσε το φιλελληνικό ρεύμα. Παράλληλα γράφει και τα δύο πεζά έργα του: τον ‘Διάλογο’ και τη ‘Γυναίκα της Ζάκυθος’. Στον   ‘Διάλογο’, που θεωρείται το πιο αξιόλογο πεζό του, υπεραμύνεται της δημοτικής γλώσσας και στρέφεται κατά των αρχαϊστών και των θέσεών τους. Εκεί θα εκφράσει αποφθεγματικά και την ουσία της ποίησής του: «Μήπως έχω άλλο στο νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα;»
  Από το 1833 και μετά  ο Σολωμός εισάγεται σε μια δημιουργική περίοδο απόλυτης ωριμότητας, όπου συγγράφει μεγαλόπνοα έργα με έντονο φιλοσοφικό στοχασμό. Ο ‘Κρητικός’ είναι το πρώτο από αυτά. Η κατάκτηση που αποκαλύπτεται μ’ αυτό το έργο του άφταστου λυρισμού, της ελληνικής γλώσσας αλλά και των εκφραστικών τρόπων της λαϊκής παράδοσης θα συνεχιστεί και στην υπόλοιπη παραγωγή του.  Ακολουθούν το Β΄ και το Γ΄ σχεδίασμα των ‘Ελεύθερων Πολιορκημένων’ Αυτά τα έργα του Σολωμού αποτελούν μέρη, αποσπάσματα ευρύτερων ποιητικών συνθέσεων που ίσως σκόπευε να συγγράψει. Ο ίδιος δεν προχώρησε ποτέ στην ολοκλήρωσή τους, ίσως επειδή δεν το θέλησε ή δεν ενδιαφέρθηκε να εντάξει τα λυρικά αυτά κομμάτια σ’ ένα επικολυρικό σύνολο. Έμεινε στην καθαρή λυρική έκφραση, αδιαφορώντας για τη μη λυρική συνδετική ουσία. Ωστόσο, τα αποσπάσματα αυτά διακρίνονται για την αυτοτέλειά τους και την εσωτερική συνοχή τους, σε τέτοιο βαθμό που αποτελούν ολοκληρωμένες λυρικές ενότητες ή λυρικά επεισόδια. Ακολουθεί ‘Ο Πόρφυρας’ και άλλα έργα, ολοκληρωμένα, αποσπάσματα, απλά σχεδιάσματα, αλλά και ιταλικά ποιήματα και ιταλικά σχεδιάσματα σε πεζό λόγο που σχεδίαζε να τα επεξεργαστεί αργότερα σε ελληνικά ποιήματα.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Λάθη που πρέπει να αποφεύγουμε όταν γράφουμε έκθεση

Τα Ποιητικά Σχήματα Λόγου

Κυνέω και kiss