Γεώργιος Βιζυηνός

Ο Γεώργιος Βιζυηνός είναι ένας από τους σημαντικότερους νεοέλληνες πεζογράφους. Στα έργα του, τα διηγήματα αλλά και τα ποιήματά του, βλέπουμε πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία. Η αγάπη του για την πατρίδα του φαίνεται διαυγέστερα και στην μετονομασία του : Από Γεώργιος Μ. Σύρμας ή Μιχαηλίδης έγινε Βιζυηνός για να θυμίζει πάντα την Βιζύη, τα πατρογονικά εδάφη. Ένα άλλο σημαντικό χαρακτηριστικό του Βιζυηνού αποτελεί το γεγονός πως υπήρξε από τις πλέον τραγικές λογοτεχνικές μορφές στην Ελλάδα, για πολλούς η τραγικότερη. Έχει ειπωθεί γι’ αυτόν πως συγκροτεί την πιο σπάνια περίπτωση καταδρομής σε φτωχόπαιδο που αναδείχτηκε κατ’ αξίαν, για να καταποντιστεί παρ’ αξίαν.
Γεννήθηκε στις 8 Μαρτίου 1849 στη Βιζύη της Θράκης. Γονείς του ήταν ο Μιχαήλος, φτωχός πραματευτής, και η Δέσποινα η Μιχαλιέσσα, όπως την φώναζαν. Η παιδική του ηλικία ήταν δύσκολη Πέντε ετών χάνει τον πατέρα του από τύφο και παρακολουθεί τη μητέρα του που με κόπο προσπαθεί να μεγαλώσει τα τέσσερα ορφανά παιδιά της.
Σε ηλικία δέκα ετών αρχίζει τις μετακινήσεις θέλοντας να γνωρίσει τον κόσμο αλλά και να μορφωθεί Αρχικά πάει στην Κωνσταντινούπολη σε κάποιον συγγενή του για να γίνει ράφτης. Αργότερα βρίσκεται στην Κύπρο φοιτώντας στο σχολαρχείο Λευκωσίας.23 ετών γράφεται στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης διψώντας για μάθηση χωρίς όμως την επιθυμία να γίνει κληρικός. Με την υποστήριξη του πλούσιου ομογενή Γ. Ζαρίφη που ενθουσιάζεται από τα πρώτα του ποιήματα, την επόμενη κιόλας χρονιά ο Βιζυηνός φεύγει για την Αθήνα.
Το 1874 κερδίζει στο Βουτσιναίο διαγωνισμό το πρώτο βραβείο για το έργο του «Κόδρο»,γραμμένο σε άπταιστη καθαρεύουσα. Μετά την επιτυχία του αυτή γράφεται στη φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Και εκεί όμως δεν παραμένει για πολύ και τον επόμενο χρόνο (1875) φεύγει για τη Γερμανία όπου θα μείνει επτά χρόνια. Στη συνέχεια σειρά έχουν το Παρίσι και το Λονδίνο. Τα χρόνια αυτά είναι πολύ δημιουργικά Κερδίζει άλλο ένα πρώτο βραβείο στο Βουτσιναίο διαγωνισμό, τυπώνει στη Γερμανία τη διδακτορική του διατριβή με παιδαγωγικό θέμα, συνεχίζει την ποιητική του δραστηριότητα αλλά ταυτόχρονα γράφει και το πρώτο του διήγημα.
Το 1883,όταν επιστρέφει στην Αθήνα, αρχίζουν οι πρώτες δυσκολίες. Ο προστάτης του Γ.Ζαρίφης πεθαίνει και είναι αναγκασμένος να βρει τρόπους για να ζήσει. Ο ίδιος συνεχίζει το επιστημονικό και λογοτεχνικό του έργο, το Πανεπιστήμιο όμως των Αθηνών του αρνείται την έδρα της φιλοσοφίας .Ο ψυχισμός δέχεται συνεχή χτυπήματα : Οι διαρκείς και απεγνωσμένες έρευνες στο μεταλλείο του Σαμάκοβου, όπου προσδοκούσε να βρει χρυσάφι, αποβαίνουν άκαρπες. Η εμμονή του με το μεταλλείο πρέπει βέβαια να εκληφθεί ως ανάγκη του καλλιτέχνη για οικονομική ανεξαρτησία ώστε να μπορέσει να επιδοθεί απερίσπαστος στο έργο του. Οι φιλολογικοί και δημοσιογραφικοί κύκλοι στην Αθήνα τον αγνοούν ή τον αντιμετωπίζουν δυσμενώς και απολύεται από καθηγητής σε Γυμνάσια των Αθηνών. Αρκείται λοιπόν στη διδασκαλία της δραματολογίας στο Ωδείο Αθηνών. Το τελειωτικό χτύπημα έρχεται όταν βιώνει την απόρριψη στον απεγνωσμένο του έρωτα για τη μαθήτριά του στο Ωδείο, Μπετίνα Φραβασίλη. Η κοπέλα ήταν μόλις δεκατεσσάρων ετών και κόρη του Ιταλού Αντώνιου Φραβασίλη που του νοίκιαζε το δωμάτιο στο οποίο έμενε. Ο Βιζυηνός, που η υγεία του ήταν ήδη κλονισμένη εξαιτίας κάποιας μεταδοτικής ασθένειας, βρίσκεται σε άσχημη νευρική και ψυχολογική κατάσταση και αφήνεται να οδηγηθεί στο Δρομακαίτειο, πιστεύοντας πως οδηγείται ντυμένος γαμπρός στην εκκλησία για να παντρευτεί την καλή του.
Στο φρενοκομείο έμεινε τέσσερα χρόνια. Σταθερά μοτίβα της παραφροσύνης του υπήρξαν ο πλουτισμός από το μεταλλείο και η αγάπη του για την νεαρή κόρη. Κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του, πολλά ήταν τα φωτεινά διαλείμματα στα οποία μας έδωσε δείγματα της ανώτερης τέχνης του, όπως τους σπαραχτικούς στίχους :
‘Και από τότε που θρηνώ
το ξανθό και γαλανό
και ουράνιο φως μου,
μετεβλήθη εντός μου
και ο ρυθμός του κόσμου…’
Πέθανε το 1896, σε ηλικία σαράντα επτά χρονών, από μαρασμό, όπως έγραψαν στο πόρισμα.




Ο Γεώργιος Βιζυηνός και η νεοελληνική λογοτεχνία


Μετά το 1880 σημειώνεται αλλαγή στην θεματολογία και στον τρόπο πραγμάτευσης του υλικού από τους πεζογράφους. Ενώ κατά τα προηγούμενα χρόνια επικρατούσαν τα ρομαντικά-ερωτικά ή τα ιστορικά μυθιστορήματα, οι συγγραφείς μετά το 1880 καλλιέργησαν κυρίως το διήγημα και στράφηκαν σε θέματα από την καθημερινή ζωή της επαρχίας αρχικά και αργότερα των μεγαλουπόλεων. Η πεζογραφική παραγωγή της περιόδου χαρακτηρίζεται συνήθως με τον όρο ηθογραφία, που αναφέρεται στην πιστή αναπαράσταση των ηθών και του τρόπου ζωής μιας κοινότητας. Στα πλαίσια του ηθογραφικού διηγήματος οι νεοέλληνες συγγραφείς αναπαριστούν την ποιμενική κυρίως ζωή μιας περιοχής. Επιλέγουν ένα σύγχρονο αντί ιστορικό γεγονός και υποβοηθούνται από προσωπικά βιώματα και εμπειρίες. Τοποθετούν τα δρώμενα σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον και χρησιμοποιούν στοιχεία του λαϊκού πολιτισμού – ήθη και έθιμα – και την ιδιαίτερη διάλεκτο του τόπου.
Μετά τον Δ. Βικέλα , που πρώτος έδωσε στη δημοσιότητα τέτοιου είδους λογοτεχνικό έργο, ακολουθεί ο Γεώργιος Βιζυηνός ο οποίος έχει χαρακτηριστεί ως ο πατέρας του ηθογραφικού διηγήματος. Χρονολογία-σταθμός θεωρείται το έτος 1883, όταν δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εστία το πρώτο διήγημα του Γεώργιου Βιζυηνού, ‘Το αμάρτημα της μητρός μου’, ενώ ένα μήνα αργότερα προκηρύχθηκε από το ίδιο περιοδικό διαγωνισμός για συγγραφή διηγήματος. Η προκήρυξη παρότρυνε τους συγγραφείς να αξιοποιήσουν θέματα από την παραδοσιακή ζωή του λαού ή την ελληνική ιστορία και, παρόλο που τα διηγήματα που γράφτηκαν με αφορμή των διαγωνισμό δεν ήταν όλα επιτυχημένα, ή αρκετά από αυτά δεν ήταν τόσο διηγήματα όσο συλλογή λαογραφικού υλικού, η συγκεκριμένη θεματολογία επικράτησε κατά τις επόμενες δεκαετίες, με δύο γενικές κατευθύνσεις στον τρόπο αντιμετώπισης του θέματος: αφ’ ενός την ωραιοποιημένη και ειδυλλιακή απεικόνιση του αγροτικού τρόπου ζωής, με συχνή την πληθώρα λαογραφικών στοιχείων (όπως τα έργα των Γ. Δροσίνη, Κ. Κρυστάλλη κ.α.) και αφ’ ετέρου άλλες προοπτικές, όπως η ψυχογραφία (Γ. Βιζυηνός) ή ο ρεαλισμός και ο νατουραλισμός (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ανδρέας Καρκαβίτσας). Αυτοί οι τρεις συγγραφείς θεωρούνται οι κορυφαίοι αυτής της κατεύθυνσης.
Ο Βιζυηνός, αν και τα πρώτα του διηγήματα τα γράφει στο εξωτερικό, ωστόσο τη θεματολογία του την αντλεί από τα παιδικά του χρόνια και τις αναμνήσεις που έχει από το χωριό του. Η Ευρώπη όμως παίζει καθοριστικό ρόλο για το έργο του: εκεί ζει από κοντά τη στροφή από το ρομαντικό προς το κοινωνικό και ψυχογραφικό μυθιστόρημα .Την ίδια περίοδο, στη λογοτεχνική παραγωγή της Ελλάδας παρατηρείται μια έντονη στροφή προς την παραδοσιακή ζωή, τα ήθη και έθιμα της πατρίδας .Έτσι λοιπόν ο Βιζυηνός αρχίζει να γράφει επηρεασμένος από τις δύο αυτές τάσεις .Όχι μόνο αναπλάθει ιστορίες του παρελθόντος με έκδηλα τα στοιχεία του ελληνικού πολιτισμού, αλλά ίσως πολύ περισσότερο, ασχολείται με την ίδια τη φύση του ανθρώπου και τον ψυχισμό του. Οι φιλοσοφικές σπουδές που έκανε στο εξωτερικό τον βοηθούν στη διείσδυση που επιχειρεί στην ψυχή του ανθρώπου και είναι ο εισηγητής του ψυχογραφικού στοιχείου στη διηγηματογραφία. Αυτή του η τάση σε συνδυασμό με τη δραματική κλιμάκωση και το έντονο συγκινησιακό στοιχείο που διακρίνει τα έργα του Βιζυηνού ,τον αναδεικνύουν πρωτοπόρο στη νέα σχολή πεζογραφίας.
Σε σχέση με την ηθογραφική τάση της εποχής, ο Βιζυηνός χρησιμοποιεί τους νόμους του ρεαλισμού: την εξονυχιστική παρατήρηση και την πειστική τεκμηρίωση προκειμένου να επιτύχει την πειστική αναπαράσταση πράξεων, την επιτυχημένη σκιαγράφηση των χαρακτήρων του και την ερμηνεία της συμπεριφοράς τους. Χρησιμοποιεί λαογραφικά στοιχεία, περιγραφές του φυσικού τοπίου, αυτοβιογραφικά στοιχεία και την ιδιαίτερη διάλεκτο της Θράκης. Ωστόσο, διαφοροποιείται ως προς τους υπόλοιπους ηθογράφους στα εξής: αναφέρεται σε γεγονότα του παρελθόντος τα οποία όμως δίνονται ως ένα σύγχρονο και αληθοφανές θέμα χάρη στην παρουσία του αφηγητή με την α΄πρόσωπη αφήγηση η οποία δίνει την αίσθηση της προσωπικής μαρτυρίας. Δεν εμμένει στην θεματολογία, αλλά τον ενδιαφέρει να αναδείξει τις δύσκολες συνθήκες ζωής και να ψυχογραφήσει τους ήρωές του. Παρουσιάζει τη σύγκρουση των ηρώων με δομές και κατεστημένα της εποχής και στόχο έχει την αφύπνιση του αναγνώστη. Έτσι, θα λέγαμε πως χρησιμοποιεί τους νόμους της ηθογραφίας για να δώσει μια πραγματιστική βάση στα διηγήματά του προκειμένου να ψυχογραφήσει τους ήρωές του και να ασκήσει κριτική στα κακώς κείμενα. Επιπλέον, χρησιμοποιεί την αγωνία και την πλάνη, δύο στοιχεία που θέτουν υπό αμφισβήτηση την ύπαρξη μίας και μόνης πραγματικότητας που υποστηρίζει ο ρεαλισμός. Ο Απ. Σαχίνης λέει σχετικά με το έργο του Βιζυηνού ‘Τα διηγήματα του Βιζυηνού διακρίνονται για την αφηγηματική ικανότητα, την τεχνική διάρθρωση της πλοκής, την πλαστική δύναμη στη διαγραφή των χαρακτήρων, αλλά προπαντός για τη διείσδυση στο βάθος της ανθρώπινης ψυχής και την έντονη δραματικότητα.’ .Έτσι διαγράφονται εκείνα τα χαρακτηριστικά που τον καθιστούν καινοτόμο και πρωτοπόρο στην πεζογραφία και ειδικότερα στη διηγηματογραφία.
Δίπλα στα παραπάνω χαρακτηριστικά που αποτελούν καινοτομίες στην νεοελληνική πεζογραφία, πρέπει να προστεθεί και η εισαγωγή που επιχειρεί στα διηγήματά του μυθιστορηματικών στοιχείων καθώς και η γλώσσα στην οποία γράφει με τη χρήση πολλών τοπικών ιδιωματισμών. Στα έργα του επιμηκύνει τον χρόνο και δεν αναφέρεται μόνο σ’ ένα επεισόδιο και στην κορύφωση της υπόθεσης, όπως συνηθιζόταν στα διηγήματα. Ξεπερνώντας λοιπόν τον μονοκεντρισμό του ενός επεισοδίου, ο χρόνος μακραίνει στα έργα του και παρουσιάζεται η εξέλιξη της υπόθεσης. Δεύτερο μυθιστορηματικό στοιχείο που εισάγει στη διηγηματογραφία του είναι η πλοκή, στοιχείο αλληλένδετο με την επιμήκυνση του χρόνου εξέλιξης. Η πλοκή βασίζεται στην αγωνία και στο αίνιγμα , δημιουργώντας ένα κλίμα έντασης και εγρήγορσης για τον αναγνώστη.
Η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Βιζυηνός είναι η καθαρεύουσα καθώς η δημοτική δεν έχει ακόμη διεισδύσει ολοκληρωτικά στην πεζογραφία. Ωστόσο δεν αποκηρύσσει την δημοτική, όπως αυτό φαίνεται τόσο στο έργο του « Διατί η μηλιά δεν έγινε μηλέα » όσο και στα λοιπά έργα του , όπου στους διάλογούς του αφήνει μεγάλο μέρος στην καθομιλουμένη. Η καθαρεύουσα που χρησιμοποιεί ανοίγει το δρόμο στη δημοτική, όχι τόσο γιατί αυτήν μιλούν σε συνδυασμό με τοπικούς ιδιωματισμούς οι ήρωές του, αλλά γιατί η καθαρεύουσά του διακατέχεται από λαϊκό αίσθημα.
Η σημασία του πεζογραφικού έργου του Γ. Βιζυηνού δεν αναγνωρίστηκε όσο έπρεπε από τους σύγχρονούς του, αν και για τα ποιήματά του έλαβε αρκετές διακρίσεις . Ένας από τους σύγχρονούς του υποστηρικτές ήταν και ο Κωστής Παλαμάς που έγραψε σχετικά ‘...η αλήθεια αυτών (των διηγημάτων του Βιζυηνού) έχει τι το ειλικρινές, το προκαλούν ευθύς εξαρχής την εμπιστοσύνην, το επιτείνον την συγκίνησιν’.
Το ενδιαφέρον για το έργο του Γ. Βιζυηνού αυξήθηκε κατά το δεύτερο μισό του 20ου αι., όπου και τέθηκε στις σωστές του διαστάσεις και αναγνωρίστηκε η αξία του.


Το έργο του Γεωργίου Βιζυηνού.
Τα διηγήματα του Βιζυηνού άνοιξαν το δρόμο στο ηθογραφικό διήγημα. Εκτός όμως από την πεζογραφία ,ασχολήθηκε και με την συγγραφή ποιημάτων για τα οποία μάλιστα έλαβε και τιμητικές διακρίσεις.
Ποιητικές συλλογές
1. Ποιητικά πρωτόλεια,1873
2. Κόδρος,1874-1ο βραβείο στο Βουτσιναίο διαγωνισμό
3. Βοσπορίδες Αύραι,1876-1ο βραβείο στο Βουτσιναίο διαγωνισμό
4. Εσπερίδες ή Μύθοι του λαού και παραδόσεις,1877-1ος έπαινος στο Βουτσιναίο διαγωνισμό
5. Λυρικά,1877-1882
Ατθίδες Αύραι,1883
Διηγήματα
1. ‘Το αμάρτημα της μητρός μου’,1883
2. ‘Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως’,1883
3. ‘Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου’,1883
4. ‘Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας’,1884
5. ‘Πρωτομαγιά’,1884
6. ‘Το μόνον της ζωής του ταξείδιον’,1884
7. ‘Διατί η μηλιά δεν έγινε μηλέα’,1885
8. ‘Ο Μοσκώβ -Σελήμ’,1895.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Λάθη που πρέπει να αποφεύγουμε όταν γράφουμε έκθεση

Τα Ποιητικά Σχήματα Λόγου